fbpx
Τετάρτη, 19 Ιουνίου, 2024

Το τέλος επιτηδεύματος μετά τον Ν 5073/2023

Το ιστορικό επιβολής του τέλους επιτηδεύματος και οι νέες διατάξεις που αφορούν σε περιορισμένη μείωσή του.

Χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά
Χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά

Δείτε επίσης

Επιτήδειος, αποκαλείται ο κατάλληλος για ορισμένη εργασία ή σκοπό. Επιτηδεύομαι, σημαίνει ότι εργάζομαι με επιδεξιότητα και επιμέλεια, σε κάποιον τομέα ή επί αντικειμένου που γνωρίζω καλά. Επιτηδεύω = καταγίνομαι σε κάτι, προσπαθώ. Εξ αυτού, η λέξη «επίτηδες» = σκοπίμως, κατόπιν προμελέτης, αλλά και «επιτήδευμα», δηλαδή το «επάγγελμα», έτσι όπως έχει καθιερωθεί η έννοια στην πράξη, άρα ένα βιοποριστικό έργο, μία συστηματική ενασχόληση με ιδιαίτερο αντικείμενο. Λόγω του βιοπορισμού προκύπτει εισόδημα. Η μορφή φόρου/τέλους επί αυτού του εισοδήματος που καλείται να καταβάλλει ένας επαγγελματίας/επιτηδευματίας, καταχωρίζεται ως τέλος επιτηδεύματος.

Ο καταργηθείς, από το 2012, ΚΒΣ (ΠΔ 186/1992), χρησιμοποίησε σε μεγάλη έκταση την παράγωγη λέξη «επιτηδευματίας», προκειμένου να προσδιορίσει εννοιολογικά, τους κάθε είδους και μορφής, υπόχρεους τήρησης των λογιστικών και φοροτεχνικών διατάξεών του, φυσικά και νομικά πρόσωπα. Έτσι, επιτηδευματίας χαρακτηριζόταν η ατομική επιχείρηση, ο ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά και η προσωπική ή κεφαλαιουχική εταιρεία, όπως και κάθε μορφή επιχειρηματικής δράσης. Ωστόσο, ο ΚΦΑΣ (Ν 4092/2012) που ακολούθησε εν συνεχεία, για λόγους νεωτερισμού (και όχι μόνο), δεν περιλαμβάνει στα άρθρα του την λέξη αυτή, αλλά προτιμά την φράση: «υπόχρεος συναλλαγών». Ο όρος αυτός ίσχυσε επί διετία, μέχρι την ψήφιση του Ν 4308/2014 και την εφαρμογή των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων (ΕΛΠ). Τα ΕΛΠ (Ν 4308/2014, ισχύς από 1/1/2015), αφού κατάργησαν κάθε προηγούμενη διάταξη λογιστικού και φοροτεχνικού πλαισίου, κατέληξαν στον γενικό χαρακτηρισμό: «ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα». Εφεξής, κάθε μορφή ιδιωτικής επιχειρηματικής δράσης θα αναφέρεται με αυτόν τον χαρακτηρισμό.

«Το τέλος επιτηδεύματος καταβάλλεται και μειώνει ευθέως το εισόδημα του ασκούντος επιχειρηματική δραστηριότητα, ως πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση, αφού επιπλέον, δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά του»

Προηγουμένως, με τον νόμο 3986/1-7-2011, σε μία περίοδο όπου διαφαινόταν πλέον καθαρά η χρηματοοικονομική κρίση και ενώ βρισκόταν ακόμη σε ισχύ ο ΚΒΣ (ΠΔ 186/1992), το αρμόδιο Υπουργείο σε συνεργασία με την ομάδα των επιτηρούντων την Ελληνική οικονομία, αποφάσισαν την επιβολή ενός ακόμη φόρου, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής «τακτοποίησης» και «προσαρμογής» της χώρας μας στην κανονικότητα, με την ονομασία: «τέλος επιτηδεύματος». Οποιοδήποτε φυσικό η νομικό πρόσωπο ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή ένα επιτήδευμα, έπρεπε να καταβάλει ένα εφάπαξ πρόσθετο, ετήσιο φόρο, με την παραπάνω ονομασία, ανεξαρτήτως των λογιστικών αποτελεσμάτων που προκύπτουν (κέρδη ή ζημιές). Συνεπώς, πεδίο εφαρμογής του φόρου αυτού είναι τόσο τα φυσικά, όσο και τα νομικά πρόσωπα, χωρίς βάση υπολογισμού ή συντελεστές ή κλίμακα φορολογίας, αλλά απλώς με κάποια πληθυσμιακά κριτήρια και με συνυπολογισμό του αριθμού των παραρτημάτων-εγκαταστάσεων, πέραν της έδρας. Κάποιες εξαιρέσεις που προστέθηκαν με άλλες διατάξεις νόμων μεταγενέστερα, δεν αλλάζουν τον σκληρό πυρήνα της επιβολής του.

Σε προηγούμενα σημειώματά μας είχε επισημανθεί, ότι το τέλος επιτηδεύματος εισπράττεται από το κράτος ακέραιο, δεδομένου ότι κατά ρητή διατύπωση στις φορολογικές διατάξεις (ΚΦΕ, Ν 4172/2013, άρθρο 23, περίπτωση ζ), ο ιδιότυπος αυτός φόρος εξομοιώνεται με τον φόρο εισοδήματος (ατυχώς, κατά την γνώμη μου) και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των ασκούντων επιχειρηματική δραστηριότητα. Με λίγα λόγια, παρά το γεγονός ότι επιβάλλεται ακριβώς λόγω της άσκησης δραστηριότητας, άρα σχετίζεται ευθέως με αυτήν, ανεξαρτήτως της καταγραφής κερδών ή ζημιών στο τέλος της χρήσης, δεν αναγνωρίζεται προς έκπτωση, προκειμένου να διαμορφωθεί το τελικό αποτέλεσμα. Είναι προφανές, συνεπώς, ότι δεν προκύπτει εξομοίωση ή συγγένεια με τον φόρο εισοδήματος, ο οποίος, ως γνωστό, επιβάλλεται αποκλειστικώς στην περίπτωση που προκύπτουν φορολογητέα κέρδη.

Συνεπώς, το τέλος επιτηδεύματος καταβάλλεται και μειώνει ευθέως το εισόδημα του ασκούντος επιχειρηματική δραστηριότητα, ως πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση, αφού επιπλέον, δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά του. Οι ατομικές επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες «βλέπουν» την φορολογία αυτή στις πράξεις διοικητικού προσδιορισμού του φόρου (πρώην εκκαθαριστικά σημειώματα) που παραλαμβάνουν μετά την εκκαθάριση των εισοδημάτων τους, οπότε, το τέλος καταβάλλεται μαζί με τον φόρο εισοδήματος. Ομοίως και για τα νομικά πρόσωπα, όπου το τέλος εμφανίζεται στο ηλεκτρονικό έντυπο της φορολογικής δήλωσής τους (έντυπο Ν), πριν την τελική υποβολή. 

Μετά το παραπάνω μικρό ιστορικό και τις απαραίτητες διευκρινίσεις, ας έλθουμε στο σήμερα. Με το άρθρο 12 του Ν 5073/2023 («Μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και άλλες επείγουσες διατάξεις»), τροποποιείται η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του Ν 3986/2011, αναφορικώς με την περιορισμένη μείωση επιβολής του τέλους επιτηδεύματος. Σημειώνεται ότι το ως άνω άρθρο 31, είχε συμπληρωθεί ή τροποποιηθεί διαχρονικά με τους νόμους: (α) 4211/2013-άρθρο 10, (β) 4024/2011-άρθρο 42, (γ) 4484/2017-άρθρο 12, (δ) 4949/2022-άρθρο 58 και (ε) 4972/2022-άρθρα 179 & 180. Μάλιστα δε με το τελευταίο αυτό άρθρο 180 του Ν 4972/2022, προστέθηκε παράγραφος 3α, βάσει της οποίας προβλέπεται η εξαίρεση από την καταβολή τέλους επιτηδεύματος, για όσους υπόχρεους προβαίνουν σε αύξηση των θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης, υπό κάποιες προϋποθέσεις (βλ. σχετικό Σημείωμα της 27/6/2023, στην εφαρμογή eEPIXEIRISI, στήλη ΑΠΟΨΕΙΣ). Συνεπώς, με την «παρέμβαση» του άρθρου 12 του πρόσφατου φορολογικού νόμου επιχειρείται ένα πλαίσιο περαιτέρω μείωσης επιβολής του τέλους επιτηδεύματος. Οι αλλαγές έχουν ως εξής:

(α) Για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση και έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους, σε 800,00 ευρώ ετησίως.

(β) Για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση και έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από 200.000 κατοίκους, σε 1.000,00 ευρώ ετησίως.

(γ) Για τους ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα, φυσικά πρόσωπα (σ.σ.: η διάταξη αναφέρει: «επιτηδευματίες και ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα») σε 325,00 ευρώ ετησίως.

(δ) Για κάθε υποκατάστημα/παράρτημα, το τέλος επιτηδεύματος ορίζεται σε 300,00 ευρώ ετησίως, για φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, και σε 600,00 ευρώ ετησίως, για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση.

Ακολούθως, σε ότι αφορά την έννοια του υποκαταστήματος, δηλαδή κάποια πρόσθετη εγκατάσταση στην χώρα μας, εκτός της έδρας, προκειμένου να επιβληθεί πρόσθετο τέλος, παρατίθεται η σχετική διάταξη (άρθρο 12 του Ν 4484), η οποία προστέθηκε στην περίπτωση δ, της σχολιαζόμενης παραγράφου 1, του άρθρου 31 του Ν 3986/2011:

«Ως υποκατάστημα, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου (σ.σ.: εννοεί το άρθρο 31), νοείται κάθε επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία στην ημεδαπή, εκτός της έδρας της επιχείρησης, στην οποία ενεργείται παραγωγική ή συναλλακτική δραστηριότητα. Δεν λογίζονται ως υποκαταστήματα, για την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος, οι προσωρινοί εκθεσιακοί χώροι και οι πρόσκαιρες επαγγελματικές εγκαταστάσεις, που λειτουργούν για χρονικό διάστημα μέχρι τριάντα (30) ημέρες, οι επαγγελματικές εγκαταστάσεις που στεγάζονται σε διαφορετικούς ορόφους, συνεχόμενους ή μη, του ίδιου κτιριακού συγκροτήματος, οι εγκαταστάσεις τουριστικών καταλυμάτων εντός παραδοσιακών κτισμάτων, σύμφωνα με το ΠΔ 33/1979, που λειτουργούν σε ξεχωριστά κτίρια, αλλά με ενιαία άδεια λειτουργίας, η οποία εντάσσεται ως ενιαία εγκατάσταση στην ίδια τουριστική μονάδα, καθώς και οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις της περίπτωσης δ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν 3874/2010 («Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων»), όπως ισχύει».

Υπενθυμίζεται ότι εξακολουθεί να είναι σε ισχύ η διάταξη, βάσει της οποίας εξαιρούνται από την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος τα πρόσωπα που ασκούν ατομική εμπορική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα και παρουσιάζουν αναπηρία ίση ή μεγαλύτερη του 80%.

Αυτό, που διακαώς αναμένεται στο επόμενο διάστημα, μετά και την καθιέρωση ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος, είναι η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, προκειμένου να εξαλειφθούν οι όποιες στρεβλώσεις προκύπτουν από την επιβολή του και να δημιουργηθούν οι συνθήκες κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ του κράτους και του πολίτη.

* Ο κ. Νίκος Σγουρινάκης είναι τ. Διευθυντής Σύνταξης του περιοδικού «ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ», τ. Μέλος του ΣΛΟΤ.

- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -

Πρόσφατες αναρτήσεις

- Διαφήμιση -