fbpx
Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου, 2024

Ο Ελληνικός συνταγματισμός 200 και πλέον χρόνια μετά: Μια ματιά από τους Ν. Αλιβιζάτο, Σ. Βλαχόπουλο και Χρ. Κουλούρη

Χρόνος ανάγνωσης 15 λεπτά
Χρόνος ανάγνωσης 15 λεπτά

Δείτε επίσης

Ποιο είναι το κοινό νήμα που μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον των νομικών, των ιστορικών, ακόμη και των φιλοσόφων; Η γένεση του Ελληνικού συνταγματισμού μπορεί να σταθεί αφορμή ώστε να αναστοχαστούμε πάνω στην πολιτειακή ταυτότητα της σύγχρονης Ελληνικής πολιτείας ως φιλελεύθερης δημοκρατίας;

Ο συλλογικός τόμος, την επιμέλεια του οποίου ανέλαβαν ο Σπύρος Βλαχόπουλος, η Βασιλική Χρήστου και ο Μανόλης Κούμας, με τίτλο «Η γένεση του ελληνικού συνταγματισμού. Η ελληνική συνταγματική ιστορία κατά τα επαναστατικά και μετεπαναστατικά χρόνια», με αφορμή των επιστημονικό εορτασμό των 200 και πλέον χρόνων από την Εθνική Παλιγγενεσία, αποδεικνύει ότι το ενδιαφέρον για τη μελέτη της συνταγματικής και πολιτικής ιστορίας της χώρας μπορεί να ενώσει ανθρώπους από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, ώστε να φωτίσουν με ποικίλες οπτικές τον πυρήνα του ελληνικού συνταγματισμού.

Με ιδιαίτερη επιτυχία πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου στη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών η παρουσίαση του παραπάνω συλλογικού τόμου, στο πλαίσιο της οποίας, υπό τον συντονισμό της Δημοσιογράφου Δήμητρας Κρουστάλλη, συμμετείχαν ο Νίκος Αλιβιζάτος (Ομότιμος Καθηγητής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών), ο Σπύρος Βλαχόπουλος (Καθηγητής Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών) και η Χριστίνα Κουλούρη (Καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Πρύτανις Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών).

Όπως αναφέρεται και στον πρόλογο του τόμου, οι επιμέρους θεματικές εκτείνονται «στον πρώτο αιώνα του Ελληνικού συνταγματισμού, τον 19ο αιώνα, καθώς αντικείμενο πραγμάτευσης αποτελούν τα συντάγματα του αγώνα, ένα τοπικό πολίτευμα, δηλαδή η καταστατική οργάνωση της Επτανήσου Πολιτείας, καθώς και δύο πρώτα Συντάγματα του νέου κράτους, το Σύνταγμα του 1844 και αυτό του 1864, ενταγμένα στο ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής».

Γεράσιμος Σιάσος

«Τα Συντάγματα του αγώνα είναι μια επιβεβαίωση ότι οι εξεγερμένοι Έλληνες φρόντισαν εξαρχής να προσδώσουν στην επανάσταση και πολιτικό χαρακτήρα, πέρα από απελευθερωτικό»

Ο Πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεράσιμος Σιάσος σημείωσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ότι η συνολική θεώρηση του πρώτου αιώνα του Ελληνικού συνταγματισμού επιβεβαιώνει την προσήλωση του νέου κράτους στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας. Επέμεινε, μάλιστα, στο γεγονός ότι τα πρώτα επαναστατικά Συντάγματα άσκησαν μια σημαντική παιδευτική και ιδεολογική λειτουργία στους Έλληνες και δεν ήταν απλώς διακηρύξεις με θεωρητική αξία.

Ο Πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεράσιμος Σιάσος μιλάει κατά τη διάρκεια παρουσίασης του Συλλογικού Τόμου «Η γένεση του ελληνικού συνταγματισμού: Η ελληνική συνταγματική ιστορία κατά τα επαναστατικά και μεταεπαναστατικά χρόνια» στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024. Φωτό Γιάννης Κολεσίδης.

«Τα Συντάγματα του αγώνα είναι μια επιβεβαίωση ότι οι εξεγερμένοι Έλληνες φρόντισαν εξαρχής να προσδώσουν στην επανάσταση και πολιτικό χαρακτήρα, πέρα από απελευθερωτικό», όπως χαρακτηριστικά τόνισε.

Ο συλλογικός τόμος, κατά τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο προκειμένου να δούμε και να κατανοήσουμε ότι ο Ελληνικός συνταγματισμός, 200 και πλέον χρόνια μετά, αντλώντας δύναμη από τις ρίζες, παραμένει αναμφίβολα έως και σήμερα δημοκρατικός, στιβαρός και ακμαίος.

Νίκος Αλιβιζάτος

«Με την ανά τακτά χρονικά διαστήματα διεξαγωγή εκλογών και της βελτίωσης της ποιότητας των τελευταίων εθιστήκαμε ως λαός να λύνουμε τις διαφορές μας στην κάλπη και όχι στα οδοφράγματα, εθιστήκαμε να λύνουμε τις διαφορές μας με ψήφους παρά με σφαίρες»

Ο Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος, στο πλαίσιο της δικής του εισήγησης, ξεκίνησε λέγοντας ότι στο τελευταίο τεύχος της έγκυρης αμερικανικής επιθεώρησης “New York Review Books”, ο Sean Wilentz -Καθηγητής Αμερικανικής Ιστορίας στο Princeton- δημοσιεύει ένα εντυπωσιακό άρθρο, με τίτλο «Μια περίπτωση αποκλεισμού», για την επικείμενη εκδίκαση στο Ανώτατο Δικαστήριο της έφεσης του Donald Trump κατά του αποκλεισμού από την προκριματική εκλογή της πολιτείας του Κολοράντο. Με απόφαση του τοπικού Ανώτατου Δικαστηρίου, στο επίκεντρο της δίκης θα είναι η παράγραφος 3 της 14ης Τροποποίησης του Αμερικανικού Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι δε μπορούν να διεκδικήσουν δημόσια αξιώματα όσοι, έχοντας ορκιστεί να υπερασπιστούν το Αμερικανικό Σύνταγμα, ως κάτοχοι δημόσιων αξιωμάτων, έχουν λάβει μέρος σε εξέγερση ή στάση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Παραδόξως, το αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ δεν μνημονεύεται ρητά στη διάταξη αυτή και επιπλέον ελλείψει νομολογιακού προηγουμένου δεν είναι αυτονόητο εάν τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021 συνιστούν (ή όχι) εξέγερση ή στάση κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης. Μάλιστα, όπως επί λέξει αναφέρει στο άρθρο του ο Καθηγητής του Princeton, «το Ανώτατο Δικαστήριο θα κληθεί είτε να τιμήσει το νόημα της 14ης Τροποποίησης αποκλείοντας τον Donald Trump από το να καταλάβει δημόσιο αξίωμα, είτε να πετάξει στα σκουπίδια την άμυνα του Συντάγματος μπροστά σε μια εξέγερση».

Ο ομότιμος καθηγητής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Αλιβιζάτος, μιλάει κατά τη διάρκεια παρουσίασης του Συλλογικού Τόμου «Η γένεση του ελληνικού συνταγματισμού: Η ελληνική συνταγματική ιστορία κατά τα επαναστατικά και μεταεπαναστατικά χρόνια» στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024. Φωτό Γιάννης Κολεσίδης.

Η συγκεκριμένη αναφορά εκ μέρους του καθηγητή Αλιβιζάτου πραγματοποιήθηκε ακριβώς για να τονιστεί πώς ένας ιστορικός δε διστάζει να συμμετάσχει σε μια εξαιρετικά θερμή νομική αντιπαράθεση της τρέχουσας επικαιρότητας. Αυτή μάλιστα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι και η ιδιαιτερότητα του συλλογικού τόμου – μια ιδιαιτερότητα που συνίσταται στην ώσμωση νομικών, ιστορικών και φιλοσόφων, πρώτα για να αναδείξουν και κατόπιν για να μνημονεύσουν ένα πολυσήμαντο φαινόμενο – τον Eλληνικό συνταγματισμό.

Με τον όρο «συνταγματισμό», τον οποίο πρώτος εισήγαγε ο Νίκος Αλιβιζάτος (είχε «επικριθεί» τότε για όψιμο φιλοαμερικανισμό), προσπάθησε ο ίδιος να αναδείξει ότι πέρα από την υπεροχή του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων ο όρος του συνταγματισμού υποδηλώνει και την ύπαρξη εγγυήσεων για την τήρησή του. Ο συνταγματισμός, πράγματι, κυριαρχούσε στην Αμερική για αρκετά χρόνια, η δε ενσωμάτωση του στις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις καθυστέρησε αρκετά, και τούτο διότι, όπως τονίστηκε, πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν υπήρχε σοβαρός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων σε καμία ευρωπαϊκή χώρα. Μετά την απελευθέρωση, κυρίως λόγω της ίδρυσης συνταγματικών δικαστηρίων, ο όρος έγινε σταδιακά κτήμα και των ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων.

Η υπεροχή του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων αλλά και οι θεσμικές εγγυήσεις – προπάντων οι δικαστές- είναι οι δύο όψεις του φαινομένου που αποκαλείται συνταγματισμός.

Στη δική μας περίπτωση, σύμφωνα με τον κ. Αλιβιζάτο, ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων συστηματοποιήθηκε μόλις στη δεκαετία του 1980. Προηγήθηκε η σχεδόν καθολική αποδοχή του Συντάγματος ως υπέρτατου νόμου, η οποία πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις, πρώτον με την αναθεώρηση του 1986 και δεύτερον το 1990, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο αρχιτέκτονας του Συντάγματος του 1975, αναγνώρισε την αναθεώρηση του Συντάγματός του αποδεχόμενος να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας με περιορισμένες αρμοδιότητες.

«Ποια είναι όμως τα βασικά χαρακτηριστικά του νεοελληνικού συνταγματισμού;», διερωτήθηκε ο καθηγητής, για να σημειώσει ότι το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η θέσπιση καταρχήν τυπικού Συντάγματος. Αν σκεφθεί κανείς ότι το 1821 με εξαίρεση τις ΗΠΑ, τη Γαλλία της Παλινόρθωσης, τις Σκανδιναβικές μοναρχίες και την Ολλανδία, καμία άλλη χώρα στον κόσμο δεν είχε τυπικό Σύνταγμα, το εγχείρημα κάθε άλλο παρά αυτονόητο ήταν.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του νεοελληνικού συνταγματισμού, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι ο δημοκρατικός χαρακτήρας του. Το περίφημο άρθρο 5 του Συντάγματος της Τροιζήνας διεκήρυσσε, άλλωστε, πανηγυρικά ότι η «κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού».

Παράλληλα, όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε, «η Ελλάδα συγκαταλέγεται στην πρωτοπορία των Ευρωπαϊκών χωρών καθότι ήδη πριν την έλευση του 20ου αιώνα εφάρμοζε χωρίς μείζονες δυσχέρειες το κοινοβουλευτικό πολίτευμα, όχι μόνο σε επίπεδο προκρίτων αλλά και πλατιών λαϊκών μαζών», ενώ συνέχισε λέγοντας ότι «το βέβαιο είναι ότι με την ανά τακτά χρονικά διαστήματα διεξαγωγή εκλογών (69 έχουν πραγματοποιηθεί από το 1843 έως τον περασμένο Ιούλιο) και της βελτίωσης της ποιότητας των τελευταίων, εθιστήκαμε ως λαός να λύνουμε τις διαφορές μας στην κάλπη και όχι στα οδοφράγματα, εθιστήκαμε να λύνουμε τις διαφορές μας με ψήφους παρά με σφαίρες».

Οι δύο μεγάλες εκτροπές του 20ου αιώνα στη χώρα μας, ο Εθνικός Διχασμός το 1915 και ο Εμφύλιος Πόλεμος το 1946-1959, δεν είναι απόρροια μόνο των Ελληνικών εξελίξεων, χωρίς τη μεσολάβηση των δύο Παγκοσμίων Πολέμων αυτές οι εκτροπές δε θα είχαν συντελεστεί. Υπό την έννοια αυτή, όπως υποστήριξε, οι εκτροπές οφείλονταν και σε δικαιοπολιτικές εξελίξεις που δε μπορούσαμε να ελέγξουμε.

Οι εκλογές, ως μοναδική πηγή νομιμοποίησης των κυβερνώντων σε συνδυασμό με την κεντρικότητα της Βουλής, ήταν το δεύτερο χαρακτηριστικό του Ελληνικού συνταγματισμού – ένα χαρακτηριστικό που ανιχνεύεται ακόμη και στα Συντάγματα του αγώνα, κατά τον Αλιβιζάτο.

Εν συνεχεία, το τρίτο χαρακτηριστικό ήταν η κατοχύρωση, τουλάχιστον θεωρητικά, των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η κατοχύρωση αυτή, ατελής στην αρχή, στο Σύνταγμα της Επιδαύρου περιλάμβανε την αρχή της ισότητας, την κορωνίδα των δικαιωμάτων στη χώρα μας, για να ακολουθήσει η λιγότερο πανηγυρική προστασία της ιδιοκτησίας, της τιμής και της ασφάλειας. Όσον αφορά ειδικότερα τη θρησκευτική ελευθερία, το Σύνταγμα της Επιδαύρου παρότι αναγνώριζε με έμφαση το προβάδισμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, την οποία χαρακτήριζε και επικρατούσα, όριζε ότι η διοίκηση της χώρας ανέχεται κάθε άλλη θρησκεία. Το ελληνικό κράτος ήταν ευθύς εξαρχής και εξακολουθεί βεβαίως να είναι κοσμικό, ουδετερόθρησκο.

Στην κατάρτιση Συντάγματος, την έμπρακτη κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και της -έστω κολοβής- αναγνώρισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να συνοψιστούν στην αντίληψη του καθηγητή οι παρακαταθήκες των Συνταγμάτων του αγώνα, που λειτούργησαν ως πυλώνες του νεοελληνικού συνταγματισμού. Εξαιτίας των περιπετειών που έζησε ο κοινοβουλευτικός μας βίος κατά το μεγαλύτερο διάστημα του 20ου αιώνα, οι παρακαταθήκες αυτές έως πρόσφατα υποβαθμίζονταν τόσο στον ιστορικό όσο και στον πολιτικό λόγο. Όμως, οι διεργασίες και οι συγκεκριμένες περιπέτειες είναι εκείνες που σε τελική ανάλυση διαμορφώνουν το συλλογικό υποσυνείδητο των λαών, και όχι οι εκκλήσεις προς το συναίσθημα, οι οποίες λειτουργούν βραχυπρόθεσμα.

Σπύρος Βλαχόπουλος

«Μήπως ο συνταγματικός λόγος έχει χάσει την αυστηρότητά του και το συνταγματικό κείμενο δεν διαδραματίζει τον ρόλο που θα έπρεπε να διαδραματίζει;»

Στη συνέχεια, ο Σπύρος Βλαχόπουλος σημείωσε ότι, το Σύνταγμα της Επιδαύρου είναι η αρχή των πάντων και ο καταλύτης της διαμόρφωσης της φυσιογνωμίας του Ελληνικού συνταγματισμού, είναι το κείμενο με το οποίο το Ελληνικό έθνος διακήρυξε την πολιτική του ύπαρξη και ανεξαρτησία. Όσον αφορά το Σύνταγμα του Άστρους, τι μπορεί να πει κανείς όταν το 1823 καταργείται η δουλεία, τη στιγμή που σε άλλες χώρες απαγορεύτηκε πολύ αργότερα. Βέβαια, εξαιρετικά σημαντικό είναι και το γεγονός ότι το συγκεκριμένο Σύνταγμα διακηρύσσει την υπεροχή του έναντι των κοινών νόμων.

Ο καθηγητής Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπύρος Βλαχόπουλος (πάνω), μιλάει κατά τη διάρκεια παρουσίασης του Συλλογικού Τόμου «Η γένεση του ελληνικού συνταγματισμού: Η ελληνική συνταγματική ιστορία κατά τα επαναστατικά και μεταεπαναστατικά χρόνια» στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024. Φωτό Γιάννης Κολεσίδης.

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος, τονίζοντας το σύνολο των συμβολών και των προσώπων που συναρθρώνουν το συλλογικό τόμο, σημείωσε ότι ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου μας θυμίζει το ιδεολογικό πλαίσιο των επαναστατικών Συνταγμάτων και ιδιαίτερα την επιρροή δύο κορυφαίων προσωπικοτήτων, του Ιερεμία Μπένθαμ και του Αδαμάντιου Κοραή. Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος αναλύει μια από τις πιο βασικές διατάξεις του Συντάγματος του Άστρους, την ελευθερία του Τύπου. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας, αν και δεν εφαρμόστηκε, περιέχει έναν κατάλογο δικαιωμάτων που ακόμη και σήμερα εντυπωσιάζει, μεταξύ των οποίων την αρχή ne bis in idem και το τεκμήριο αθωότητας. Ο Κωνσταντίνος Μαυριάς αναλύει μια εξαιρετικά βασική -πλην όμως παραγνωρισμένη- πτυχή του Ελληνικού συνταγματισμού, που είναι η επίδραση των Συνταγμάτων των Ιονίων Νήσων. Ο Προκόπης Παυλόπουλος αναλύει τα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά του Συντάγματος της Τροιζήνας και παρουσιάζει ένα οδοιπορικό των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης. Ο Νίκος Παπασπύρου, συμπληρώνοντας την ανάλυση του πρώην ΠτΔ, αναλύει το κεφάλαιο της εκτελεστικής εξουσίας. Το Σύνταγμα του 1844 ήταν το πρώτο που ψηφίστηκε και εφαρμόστηκε σε συνθήκες οργανωμένου κράτους, συνοδεύτηκε δε από την κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας. Ο Σπύρος Βλαχόπουλος παρουσιάζει τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης και αναλύει τα βασικά χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1844, ο Διονύσης Φιλίππου αναλύει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του Συντάγματος στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εποχής και η Βασιλική Χρήστου αναλύει τον θεσμό της Γερουσίας – θεσμό που ασκούσε αντιπολίτευση στον Όθωνα. Το Σύνταγμα μάλιστα του 1864 κατοχύρωσε τη λαϊκή κυριαρχία και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να μεταβούμε από τη μοναρχία στην βασιλευόμενη δημοκρατία. Ο Γιάννης Δρόσος εκθέτει κάποιες σκέψεις με αφορμή το συγκεκριμένο συνταγματικό κείμενο, ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου τοποθετεί το Σύνταγμα του 1864 στο ευρωπαϊκό ιστορικό πλαίσιο, ο Αντώνης Κλάψης πραγματεύεται τη σχέση της βασιλείας με την δημοκρατική αρχή. Ο συλλογικός τόμος ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των συμπερασμάτων από τον Χαράλαμπο Κύρκο.

Σύμφωνα με τον Βλαχόπουλο, ο τόμος στηρίζεται σε δύο θεμελιώδεις παραδοχές, με πρώτη εξ αυτών τη διεπιστημονικότητα. Χωρίς διεπιστημονικότητα, η προσέγγιση νομικών φαινομένων είναι αποσπασματική, μονομερής και ατελής. Η δεύτερη παραδοχή στην οποία στηρίζεται το εγχείρημα είναι ότι «δεν μπορείς να ερμηνεύσεις το ισχύον συνταγματικό δίκαιο χωρίς να δεις τις ιστορικές καταβολές των διατάξεων», όπως χαρακτηριστικά τόνισε.

Ο ίδιος, κάνοντας μια γρήγορη αποτίμηση του Ελληνικού συνταγματικού δικαίου 200 και πλέον χρόνια μετά την ψήφιση του πρώτου Συντάγματος, ανέφερε ότι οι ελεύθερες εκλογές, ο σταθερός χαρακτήρας του δημοκρατικού πολιτεύματος, η λειτουργία της Δικαιοσύνης (παρά τα προβλήματά της), η κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και οι πρωτοποριακές διατάξεις συνταγματικών άρθρων μπορούν πράγματι να μας γεννούν αισθήματα κατάφασης και αισιοδοξίας. Εντούτοις, όπως υπογράμμισε, υπάρχουν και σημαντικές δυσλειτουργίες που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε. Μια χαρακτηριστική προβληματική περίπτωση είναι το γεγονός ότι η εκτελεστική εξουσία ταυτίζεται με τη νομοθετική εξουσία, έτσι ώστε διαχρονικά να υπάρχει ένας πανίσχυρος Πρωθυπουργός ο οποίος ουσιαστικά προΐσταται και της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Εν συνεχεία, έκανε λόγο για έλλειψη θεσμικών αντιβάρων, αναφέρθηκε στη διαχρονική δυσανεξία της πολιτικής εξουσίας απέναντι στις Ανεξάρτητες Αρχές, καθώς και στις αυξανόμενες λαϊκιστικές και ακραίες φωνές που καλούνται οι σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες να αντιμετωπίσουν.

Τέλος, διερωτήθηκε το εξής: «Μήπως ο συνταγματικός λόγος έχει χάσει την αυστηρότητά του και το συνταγματικό κείμενο δε διαδραματίζει τον ρόλο που θα έπρεπε να διαδραματίζει;».

Χριστίνα Κουλούρη

«Στη λέξη Σύνταγμα συμπυκνώνεται διαχρονικά η αντίσταση εναντίον της απολυταρχικής εξουσίας»

«Ο εορτασμός των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση υπήρξε καθοριστικός για την ερευνητική και συγγραφική παραγωγή σε μια σειρά από επιστημονικά πεδία. Ωστόσο αυτά τα 200 χρόνια εορτάστηκαν με μια κάποια αμηχανία λόγω της πανδημίας η οποία ανέτρεψε τους αρχικούς προγραμματισμούς, επέβαλε αναπροσαρμογές και ενέτεινε τον αναστοχασμό», σημείωσε η Καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Χριστίνα Κουλούρη.

Εν συνεχεία, τόνισε ότι η επέτειος είναι μια ευκαιρία να ζωντανέψουμε το παρελθόν, να γνωρίσουμε καλύτερα το παρόν και να εμβαθύνουμε τη συλλογική μας αυτογνωσία. Όσο κι αν η Ελληνική Επανάσταση αποτελεί ένα μείζον γεγονός της Ελληνικής Ιστορίας, είναι αλήθεια – όπως επεσήμανε η ίδια – ότι έλειπε η συστηματική έρευνα και τα έργα αναφοράς, έλειπαν οι συνδετικές ιστορίες της Ελληνικής Επανάστασης.

Η καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Πρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Χριστίνα Κουλούρη, μιλάει κατά τη διάρκεια παρουσίασης του Συλλογικού Τόμου «Η γένεση του ελληνικού συνταγματισμού: Η ελληνική συνταγματική ιστορία κατά τα επαναστατικά και μεταεπαναστατικά χρόνια» στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024. Φωτό Γιάννης Κολεσίδης.

Μας λείπουν αρκετές γνώσεις ακόμη σε σχέση με την Ελληνική Επανάσταση, επειδή αυτή δεν ήταν στην ατζέντα των ιστορικών για πολλά χρόνια, εντούτοις μπήκε αίφνης από διαφορετικούς δρόμους, όπως συνέβη με την περίπτωση των Οθωμανικών και Τουρκικών σπουδών. Η Ελληνική Επανάσταση ως ερευνητικό αντικείμενο υπήρξε θύμα του στερεοτυπικού λόγου περί αυτής. Η δημόσια ιστορία ήταν γεμάτη από μύθους, με αποτέλεσμα η Ελληνική Επανάσταση να μείνει στην άκρη, δεν ασχολήθηκε κανείς σοβαρά μαζί της επειδή είχε αγγίξει τη διάσταση ενός ιερού τοτέμ, κατά την κυρία Κουλούρη. Εντούτοις, ο συγκεκριμένος τόμος φανερώνει τη διάθεση για γενικότερη αλλαγή σε σχέση με τη μελέτη της Ελληνικής Επανάστασης.

Επιπροσθέτως, η επίκληση της εθνικής κυριαρχίας αποτελεί σταθερά και κοινό τόπο του πολιτικού λόγου, ανεξάρτητα από τα συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών ομάδων. Σημείωσε μάλιστα ότι «κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία χωρίς να αναφερθεί σε αυτή την αρχή». Πολύ σύντομα, σύμφωνα με την κυρία Κουλούρη, οι Έλληνες υιοθέτησαν το συνταγματικό λεξιλόγιο, το λεξιλόγιο του αντιπροσωπευτικού συστήματος και των δικαιωμάτων του πολίτη. Η κοσμογονία της επανάστασης του 1821 δημιούργησε μια εγχώρια παράδοση φιλελεύθερων θεσμών – αρκετά επιτυχημένη αλλά ταυτόχρονα με πολλές ιδιομορφίες εν συγκρίσει με τον δυτικό κανόνα.

Παράλληλα, επεσήμανε ότι η σημασία του Συντάγματος για την ολοκλήρωση του αγώνα είναι κομβική προκειμένου να κατανοήσουμε γιατί η συνταγματική επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 προσλήφθηκε από την Ελληνική κοινωνία ως πραγματική τομή και επηρέασε την συλλογική μνήμη του 1821 αλλά και τη συγκρότηση της Ελληνικής εθνικής ταυτότητας.

Τέλος, κατέληξε ότι στη λέξη Σύνταγμα συμπυκνώνεται διαχρονικά η αντίσταση εναντίον της απολυταρχικής εξουσίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι ο περιορισμός της εξουσίας αποτελούσε τη βασική ιδέα του σύγχρονου συνταγματισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη, όπως αποτυπωνόταν και στον Ελληνικό Τύπο εκείνης της εποχής.

Η πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα (Δ), παρευρίσκεται στην παρουσίαση του Συλλογικού Τόμου «Η γένεση του ελληνικού συνταγματισμού: Η ελληνική συνταγματική ιστορία κατά τα επαναστατικά και μεταεπαναστατικά χρόνια» στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024. Φωτό Γιάννης Κολεσίδης
Ο πρύτανης του ΕΚΠΑ, Γεράσιμος Σιάσος (Α), συνομιλεί με τον ομότιμο καθηγητή Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκο Αλιβιζάτο (Κ) και την καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Πρύτανη Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Χριστίνα Κουλούρη (Δ), κατά τη διάρκεια παρουσίασης του Συλλογικού Τόμου «Η γένεση του ελληνικού συνταγματισμού: Η ελληνική συνταγματική ιστορία κατά τα επαναστατικά και μεταεπαναστατικά χρόνια» στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024. Φωτό Γιάννης Κολεσίδης.
- Διαφήμιση -spot_imgspot_img

Πρόσφατες αναρτήσεις

- Θέση για διαφήμιση -spot_img