fbpx
Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου, 2024

Κριτική στους Ποινικούς Κώδικες με 39 υπογραφές

Οι καθηγητές λένε μεταξύ άλλων: «Πολλές διατάξεις του Σχεδίου εγείρουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και υπονομεύουν τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου»

Χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά
Χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά

Δείτε επίσης

«Απέναντι» στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τους Ποινικούς Κώδικες στέκουν 39 καθηγητές, εν ενεργεία, ομότιμα και αφυπηρετήσαντα μέλη ΔΕΠ των Τομέων Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών των τριών Νομικών Σχολών της χώρας. Οι πανεπιστημιακοί κρίνουν ότι «χρειάζεται ριζική αναμόρφωση, η οποία πρέπει να ανατεθεί σε νομοπαρασκευαστική επιτροπή υψηλού κύρους, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Κράτους Δικαίου και να καταστεί συμβατό με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν το φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο». Οι ίδιοι εκτιμούν επίσης ότι «πολλές διατάξεις του Σχεδίου εγείρουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και υπονομεύουν τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου».

Αναλυτικά, το κείμενο  με τις θέσεις τους έχει ως εξής:

«Oι υπογράφοντες, εν ενεργεία, ομότιμα και αφυπηρετήσαντα μέλη ΔΕΠ των Τομέων Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών των τριών Νομικών Σχολών, δηλώνουμε την αντίθεσή μας στο υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης». Οι θέσεις μας επί του Σχεδίου Νόμου είναι συνοπτικά οι ακόλουθες:

Πολλές διατάξεις του Σχεδίου εγείρουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και υπονομεύουν τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου.

Το Σχέδιο Νόμου δεν αποτελεί προϊόν σοβαρής επεξεργασίας μιας ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής με σύμμετρη εκπροσώπηση όλων των φορέων (πανεπιστημιακών, δικαστικών λειτουργών, δικηγόρων), όπως παγίως συνηθίζεται και επιβάλλεται σε περιπτώσεις δομικών αλλαγών στα βασικά ποινικά νομοθετήματα. Περαιτέρω, οι προτεινόμενες αλλαγές δεν τεκμηριώνονται με ερευνητικά και στατιστικά δεδομένα σε σχέση με την πρακτική εφαρμογή του νέου Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Παρακάμπτεται σε μεγάλη έκταση η ενδιάμεση διαδικασία ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων και προωθείται η απευθείας παραπομπή πλήθους υποθέσεων στο ακροατήριο εν ονόματι της επιτάχυνσης, μολονότι τα δικαστικά συμβούλια επιτελούν αποδεδειγμένα πολύτιμο φιλτράρισμα των υποθέσεων αποτρέποντας την άσκοπη παραπομπή τους στα βεβαρημένα δικαστήρια.

Ειδικότερα:

Α. Στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, οι προβλεπόμενες τροποποιήσεις ανατρέπουν την ισορροπία και συνοχή του συστήματος ποινών αφενός με την αλόγιστη επίταση των ποινών και των όρων έκτισής τους με το ψευδοεμπειρικό επιχείρημα της «ατιμωρησίας» και αφετέρου με την αντισυνταγματική πρόβλεψη γενικής δήμευσης.

Δεν εξηγείται εν τούτοις γιατί όλα τα μέτρα «αυστηροποίησης» που έχουν ληφθεί την τελευταία τετραετία δεν έχουν εισφέρει στον περιορισμό της εγκληματικότητας.

Η τιμωρητικότητα, ως επιλογή αντεγκληματικής πολιτικής, δεν είναι πρόσφορη απάντηση στην εγκληματικότητα. Μεγάλης κλίµακας εµπειρικές µελέτες έχουν καταδείξει ότι η αποτρεπτική επιρροή στον υποψήφιο δράστη δεν εξαρτάται τόσο από το ύψος της απειλούμενης στο νόμο ποινής όσο από τη βεβαιότητα και την ταχύτητα της επιβολής της (βλ. Α. Ψαρούδα-Μπενάκη (Προβλήµατα της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα και οι νέοι ποινικοί κώδικες, Ποινικά Χρονικά 2020, σελ. 5).

Επιβάλλεται, λοιπόν, η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τον Ποινικό Κώδικα και τις απειλούμενες ποινές στην αστυνομική πρόληψη και τον εντοπισμό των δραστών, καθώς και στους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου.

Β. Στο πεδίο του ποινικού δικονομικού δικαίου, οι προτεινόμενες αλλαγές θίγουν βασικούς πυλώνες της δίκαιης δίκης, της αρχής του κράτους δικαίου και της αναζήτησης της αλήθειας, καθιστώντας προβληματική τη φιλελεύθερη και εγγυητική λειτουργία της ποινικής δίκης.

Οι επιχειρούμενες αλλαγές φέρονται να έχουν ως στόχο την «επιτάχυνση» της ποινικής διαδικασίας, η οποία επιδιώκεται όμως με την περικοπή των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, τη δυσχέρανση της απρόσκοπτης πρόσβασης των θυμάτων στη Δικαιοσύνη, καθώς και με τον περιορισμό του ελέγχου και της διαφάνειας των διαδικαστικών ενεργειών και των κανόνων ορθής διεξαγωγής της δευτεροβάθμιας δίκης. Στο πνεύμα αυτό εγκαταλείπεται η θεμελιώδης αρχή της αμεσότητας με την πρωτοφανή απαλλαγή των αστυνομικών από την υποχρέωση εμφάνισης και εξέτασης στο ακροατήριο, ενώ η δευτεροβάθμια δίκη αποψιλώνεται από τον επανέλεγχο των αποδεικτικών μέσων. Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν συνοδεύονται παντάπασιν από επιστημονική τεκμηρίωση και παροχή στατιστικών στοιχείων για τα τυχόν ελλείματα των σημερινών ρυθμίσεων ή την αναμενόμενη αποτελεσματικότητα των επιλογών του Σχεδίου.

Ενδεικτικώς:

α) Παρακάμπτεται σε μεγάλη έκταση η ενδιάμεση διαδικασία ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων και προωθείται η απευθείας παραπομπή πλήθους υποθέσεων στο ακροατήριο εν ονόματι της επιτάχυνσης, μολονότι τα δικαστικά συμβούλια επιτελούν αποδεδειγμένα πολύτιμο φιλτράρισμα των υποθέσεων αποτρέποντας την άσκοπη παραπομπή τους στα βεβαρημένα δικαστήρια. H μέχρι σήμερα εμπειρία δεν επιβεβαιώνει τη θέση ότι με τη μείωση της ύλης των δικαστικών συμβουλίων και την απευθείας κλήση στο ακροατήριο θα επιτευχθεί η επιτάχυνση της εκδίκασης εντός των υπερφορτωμένων πινακίων.

β) Η επιτάχυνση της διαδικασίας αντιμετωπίζεται ως απλό αριθμητικό πρόβλημα, το οποίο προσδοκάται να επιλυθεί με τη δημιουργία μονομελών δικαστηρίων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συμβολή της συλλογικής διάσκεψης στην έκδοση ορθών αποφάσεων και την ενίσχυση της νομιμοποιητικής βάσης τους. Ακόμη, παραγνωρίζεται ότι ο πολλαπλασιασμός των μονομελών συνθέσεων θα απαιτήσει αντίστοιχο αριθμό αιθουσών, γραμματέων και εισαγγελέων που δεν είναι σήμερα διαθέσιμοι.

Το Σχέδιο Νόμου φαίνεται να αγνοεί ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών κανόνων του ποινικού δικονομικού δικαίου ανήκει στον πυρήνα της δίκαιης δίκης. Σε ένα φιλελεύθερο κράτος δικαίου, η επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας δεν επιτρέπεται να επιχειρείται με τη θυσία θεμελιωδών δικαιωμάτων, τη διεκπεραιωτική διεξαγωγή των δικών και τον περιορισμό του λειτουργικού ρόλου του δικηγόρου. Η – καθόλα επιθυμητή- επιτάχυνση της διαδικασίας πρέπει να επιδιωχθεί με την προώθηση εναλλακτικών διαδικασιών, την καλύτερη οργάνωση και εξειδίκευση διωκτικών και ανακριτικών αρχών, την αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας αλλά και την εν γένει βελτίωση των υπαρχουσών δομών.

Το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης θεωρούμε ότι χρειάζεται ριζική αναμόρφωση, η οποία πρέπει να ανατεθεί σε νομοπαρασκευαστική επιτροπή υψηλού κύρους, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Κράτους Δικαίου και να καταστεί συμβατό με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν το φιλελεύθερο ποινικό δίκαιο.

Υπογράφουν:

1. Αδάμπας Βασίλειος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

2. Αναγνωστόπουλος Ηλίας, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

3. Ανδρουλάκης Ιωάννης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

4. Αποστολίδης Νικόλαος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

5. Αποστολίδου Άννα, Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΔΠΘ

6. Γιαννίδης Ιωάννης, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

7. Γιαννούλης Γεώργιος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

8. Δαλακούρας Θεοχάρης, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

9. Δημάκης Αλέξανδρος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

10. Δημήτραινας Γεώργιος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

11. Δημόπουλος Χαράλαμπος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

12. Ζαχαριάδης Αθανάσιος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

13. Καϊάφα – Γκμπάντι Μαρία, Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

14. Κοσμάτος Κωνσταντίνος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

15. Κωνσταντινίδης Άγγελος, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

16. Λίβος Νικόλαος, Αφυπ. Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

17. Μπέκας Ιωάννης, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

18. Μπιτζιλέκης Νικόλαος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

19. Ναζίρης Ιωάννης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

20. Νούσκαλης Γεώργιος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

21. Παπακυριάκου Θεόδωρος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

22. Παρασκευόπουλος Νικόλαος, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

23. Πιτσελά Αγγελική, Αφυπ. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

24. Πετρόπουλος Βασίλειος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

25. Σάμιος Θωμάς, Λέκτορας Νομικής Σχολής ΔΠΘ

26. Σαχουλίδου Αθηνά, Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

27. Συκιώτου Αθανασία, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΔΠΘ

28. Συμεωνίδης Δημήτριος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

29. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ελισάβετ, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

30. Τζαννετάκη Αντωνία – Ιόλη, Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

31. Τζαννετής Αριστομένης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

32. Τριανταφύλλου Αναστάσιος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

33. Χαραλαμπάκης Αριστοτέλης, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

34. Χατζηκώστας Κωνσταντίνος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Συνυπογράφουν οι διδάσκοντες ποινικό δίκαιο και εγκληματολογία σε άλλες Πανεπιστημιακές Σχολές της χώρας:

35. Βιδάλη Σοφία, Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

36. Γασπαρινάτου Μαργαρίτα, Επίκουρη Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής ΔΠΘ

37. Κουλούρης Νικόλαος, Αναπληρωτής Καθηγητής Σωφρονιστικής Πολιτικής ΔΠΘ

38. Νικολόπουλος Γιώργος, Καθηγητής Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

39. Τσόλκα Όλγα, Επίκουρη Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου

- Διαφήμιση -spot_imgspot_img

Πρόσφατες αναρτήσεις

- Θέση για διαφήμιση -spot_img