fbpx
Τετάρτη, 24 Ιουλίου, 2024

Κλείσιμο της ΕΡΤ: Υπέρ της εύλογης αποζημίωσης εργαζομένου το Εφετείο – Οι συμβάσεις καταγγέλθηκαν με τη βούλα του νομοθέτη (ΜΕφΑθ 54/2024)

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συμπέρανε ότι η αποζημίωση ενός μηνιαίου μισθού που καταβλήθηκε ήδη στον ενάγοντα ήταν επαρκής, καθώς αυτή συνιστούσε ένα έκτακτο βοήθημα και όχι πλήρη αποζημίωση

Χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά
Χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά

Δείτε επίσης

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών κλήθηκε πρόσφατα να κρίνει το αίτημα του εφεσίβλητου για επιδίκαση αποζημίωσης μετά την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης από την ΕΡΤ Α.Ε., με αφορμή την κατάργηση της εργοδότριας επιχείρησης το 2013, κρίνοντας ότι -με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης- η εύλογη αποζημίωση που πράγματι δικαιούταν δεν θα μπορούσε να λογιστεί ως ισάξια με την πλήρη ανόρθωση της ζημίας.

Ιστορικό

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εργαζόταν στην ΕΡΤ Α.Ε. με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 3.10.2011 για ένα έτος, και κατόπιν της επαναπρόσληψής του για άλλο ένα έτος από 1.4.2013 έως 31.3.2014, με μηνιαίο μισθό 1.334,15 ευρώ. Με υπουργική απόφαση της εποχής εκείνης, η ΕΡΤ Α.Ε. καταργήθηκε τον Ιούνιο του 2013 και οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων, περιλαμβανομένου και του εφεσίβλητου, καταγγέλθηκαν. Κατόπιν αυτών των εξελίξεων, ο εφεσίβλητος κατέθεσε αγωγή κατά του εκκαλούντος, Ελληνικού Δημοσίου και της ανώνυμης εταιρίας ΕΡΤ Α.Ε., ζητώντας την επιδίκαση αποζημίωσης ύψους 11.340,28 ευρώ (μειούμενο κατά 1.334,15 ευρώ που έλαβε ήδη ως αποζημίωση), καθώς και χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη, επί τη βάση του σπουδαίου λόγου της καταγγελίας αλλά και της υπαιτιότητας της εργοδότριας επιχείρησης σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την απόφαση 244/2022, απέρριψε την αγωγή ως προς την εταιρία ΕΡΤ Α.Ε. ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, αλλά έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τον εκκαλούντα, υποχρεώνοντάς τον να καταβάλει το ποσό των 11.340,28 ευρώ στον εφεσίβλητο ως εύλογη αποζημίωση κατ’ άρθρο 674 ΑΚ και απορρίπτοντας το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της απόφασης αυτή, ο εκκαλών παραπονείται, με την έφεση του, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όπως και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζητώντας την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής.

Η κρίση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε σε επανεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και των νομικών ισχυρισμών και έκρινε ότι η αγωγή είναι παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, με το σκεπτικό ότι ο ενάγων δεν ανέφερε συγκεκριμένα πότε και γιατί καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, δεδομένου ότι η καταγγελία έγινε επί τη βάση νομοθετικής ρύθμισης. Προχώρησε επισημαίνοντας ότι δεν τίθεται ζήτημα οποιασδήποτε παράνομης συμπεριφοράς της εργοδότριας δημόσιας επιχείρησης, καθώς η καταγγελία της επίδικης σύμβασης δεν προκλήθηκε από αυτήν, αλλά δια της επίμαχης υπουργικής απόφασης, απορρίπτοντας το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Για τους ανωτέρω λόγους, το Εφετείο διαπίστωσε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα, απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη σε μεταγενέστερο στάδιο του συλλογισμού και όχι ως αόριστη και μη νόμιμη εξ’ αρχής.

Συγκεκριμένα, η υπουργική απόφαση που προέβλεπε την κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ΕΡΤ Α.Ε. όριζε ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού λύονταν από τη δημοσίευση της απόφασης, αποτελώντας καταγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο ενάγων, πράγματι, δικαιούταν αποζημίωση, καθώς οι διατάξεις του Κεφαλαίου Β’ του Ν 4024/2011 δεν έκαναν διάκριση μεταξύ συμβάσεων αορίστου και ορισμένου χρόνου, όπως ήταν η δική του. Στην συνέχεια έκρινε ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε υπαγάγει ορθά την αξίωση του ενάγοντος στη διάταξη του άρθρου 674 ΑΚ, επιβεβαιώνοντας ότι η καταγγελία οφειλόταν σε σπουδαίο λόγο κατόπιν μεταβολής των περιουσιακών σχέσεων της εργοδότριας εταιρείας, διανοίγοντας τον δρόμο των αξιώσεων για εύλογη αποζημίωση.

Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι η αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 674 ΑΚ δεν είναι πλήρης, αλλά λειτουργεί ως ένα βοήθημα για την λύση της σύμβασης χωρίς υπαιτιότητα του εργαζόμενου.

Μάλιστα, η επιδίκαση είναι δυνητική και εξαρτάται από τις περιστάσεις της καταγγελίας και την οικονομική κατάσταση του εργοδότη και του εργαζόμενου. Επομένως, επί της συγκεκριμένης απόφασης, ανέφερε ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επιδικάζοντας ως αποζημίωση για τον ενάγοντα χρηματικό ποσό ύψους 11.340,28 ευρώ (όσο οι μισθοί για όλη τη διάρκεια της σύμβασης), εφάρμοσε το νόμο εσφαλμένα. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συμπέρανε ότι η αποζημίωση ενός μηνιαίου μισθού που καταβλήθηκε ήδη στον ενάγοντα ήταν επαρκής, καθώς αυτή συνιστούσε ένα έκτακτο βοήθημα και όχι πλήρη αποζημίωση.

Το Δικαστήριο -δεχόμενο την έφεση του εκκαλούντος- προχώρησε στην εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στην απόρριψη της αγωγής του ενάγοντος, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι διέταξε τον συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων μεταξύ των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της ιδιαίτερης δυσκολίας στην ερμηνεία των εφαρμοζόμενων κανόνων δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠολΔ.


Δείτε την απόφαση στη Qualex: ΜΕφΑθ 54/2024

- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -

Πρόσφατες αναρτήσεις

- Διαφήμιση -