fbpx
Σάββατο, 2 Μαρτίου, 2024

Πτώση Σινούκ 2004: Αποζημίωση 650.000 ευρώ στην οικογένεια του κυβερνήτη

19 χρόνια χρειάστηκε να περάσουν για τη δικαστική επισφράγιση μιας υπόθεσης που προκάλεσε τριγμούς στη χώρα, λίγες ημέρες μετά την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων

Χρόνος ανάγνωσης 9 λεπτά
Χρόνος ανάγνωσης 9 λεπτά

Δείτε επίσης

Ήταν 11 Σεπτεμβρίου 2004 όταν το Σινούκ της Αεροπορίας Στρατού, που μετέφερε τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Πέτρο Ζ’, κατέπεσε και συνετρίβη νοτιοανατολικά της Σιθωνίας. Από το 2008, όπου ασκήθηκαν οι πρώτες αγωγές έως και σήμερα, η υπόθεση είναι συνυφασμένη με μακρόσυρτες δικαστικές διενέξεις, ανορθολογισμούς και θεωρίες συνωμοσίας.

Η πτώση του μοιραίου Σινούκ

Στις 10:55:44, το ελικόπτερο εντοπίστηκε για τελευταία φορά από το RADAR Λήμνου και κατόπιν χάθηκαν τα ίχνη του. Συντρίμμια αυτού εντοπίστηκαν από ιστιοπλοϊκό περί ώρα 15:52 να επιπλέουν στη θαλάσσια περιοχή Σιθωνίας Χαλκιδικής, νότια του Αγίου Όρους, ενώ στις 15:54 το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης ενημέρωσε το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών για ανεύρεση συντριμμιών. Κατά τα αναφερόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μαρτίου του έτους 2007, η οποία συντάχθηκε από πραγματογνώμονες προκειμένου να διερευνηθούν τα αίτια της πτώσης του ελικοπτέρου, το ελικόπτερο προσέκρουσε στη θάλασσα με την αριστερή πρυμνιαία πλευρά, λόγω της ολικής καταστροφής της ατράκτου, οι τραυματισμοί, κατά τη διάρκεια της πρόσκρουσης, τους οποίους υπέστησαν το πλήρωμα και οι επιβαίνοντες που περισυνελέγησαν ήταν θανατηφόροι και δεν προέκυψαν ίχνη εκδήλωσης πυρκαγιάς ή έκρηξης πριν ή μετά την πρόσκρουση του ελικοπτέρου στη θάλασσα.

Η επιτροπή πραγματογνωμόνων, αν και κατέληξε στο πόρισμα ότι δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθούν τα ακριβή αίτια της πτώσης του ελικοπτέρου, θεώρησε, όμως, ως πλέον πιθανό αίτιο την απώλεια πίεσης στο υδραυλικό σύστημα ελέγχου πτήσης, κατά την αντιμετώπιση της οποίας, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, το ελικόπτερο περιήλθε σε ασυνήθη κατάσταση πτήσης με συνέπεια την πρόκληση υπερβολικού πτερυγισμού, ο οποίος οδήγησε σε χτύπημα της εμπρόσθιας πτέρυγας στον άξονα της οροφής του ελικοπτέρου. Περαιτέρω, η επιτροπή αναφέρθηκε και σε πρόσθετους πιθανούς παράγοντες για την πτώση του ελικοπτέρου, μεταξύ των οποίων ήταν η γενικότερη επιβάρυνση του προσωπικού την περίοδο του ατυχήματος και η απειρία του συγκυβερνήτη.

Στο πλαίσιο της απόφασης που μας απασχολεί, οι αντίθετες εφέσεις που ασκήθηκαν, αφενός από το Ελληνικό Δημόσιο και αφετέρου από δύο συγγενείς θύματος, το οποίο μάλιστα υπήρξε μέλος του πληρώματος και δη κυβερνήτης του Σινούκ, κατέτειναν στην εξαφάνιση απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή των συγγενών του κυβερνήτη του πληρώματος και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης στην πρώτη εκκαλούσα, για τον εαυτό της ατομικά το ποσό των 180.000 ευρώ και για λογαριασμό του ανηλίκου τότε τέκνου της και ήδη δεύτερου εκκαλούντος – εφεσίβλητου το ποσό των 400.000 ευρώ. Τα ως άνω ποσά είχαν ζητηθεί, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, λόγω παρανόμων πράξεων και παραλείψεων του Ελληνικού Δημοσίου, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του Ταγματάρχη της Αεροπορίας Στρατού.

Οι δικαστικές περιπέτειες

Οι συγγενείς του κυβερνήτη άσκησαν την από 30.6.2008 αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Μεταβατική Έδρα Πολυγύρου Χαλκιδικής), η οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ως κατά τόπον αρμόδιο. Η άνω αγωγή ασκήθηκε κατ’ επίκληση του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ λόγω παρανόμων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και της Αεροπορίας Στρατού, οι οποίες αφορούσαν στη συντήρηση του ελικοπτέρου και στην οργάνωση, προετοιμασία και εκτέλεση της επίδικης πτήσης και την εφαρμογή των κανονισμών ασφαλείας, με τους οποίους θεσπίζονταν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των χειριστών και τα κριτήρια επιλογής των ως άνω χειριστών της εν λόγω πτήσης, αφετέρου δε στη μη χρήση των ζωνών ασφαλείας από τον συγκυβερνήτη (ο οποίος μάλιστα δεν είχε κριθεί έμπειρος για τον χειρισμό του εν λόγω ελικοπτέρου) κατά παράβαση του Γενικού Κανονισμού Αεροπορίας Στρατού.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο επελήφθη τελικώς της υπόθεσης με την 5732/2012 απόφασή του, έκρινε ότι στην περίπτωση που επιβάτης επέβαινε σε ιπτάμενο μέσο κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας ως μέλος του πληρώματος ή της συνοδείας προσώπου φέροντος θρησκευτικό αξίωμα Πατριαρχείου της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως αυτό του Πατριάρχη, για τη μεταφορά του οποίου και της συνοδείας του είχε διατεθεί το μέσο αυτό στο πλαίσιο στρατιωτικής πτήσης, η οποία αποτελούσε ιδιαίτερη πηγή κινδύνων αναγκαίων για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, και υπέστη υπέρμετρη ζημία και συγκεκριμένα επήλθε θάνατος αυτού εξαιτίας της πτώσης του ιπτάμενου μέσου, η οικογένειά του εδικαιούτο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το Ελληνικό Δημόσιο, έστω κι αν δεν υφίστατο παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη αυτής των οργάνων του ή ειδική διάταξη νόμου που καθιέρωνε ευθύνη του προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Οι συγγενείς του κυβερνήτη προσέβαλαν το κεφάλαιο της μη αποδοχής της αδικοπρακτικής ευθύνης του Δημοσίου, κατ’ άρθρον 105 ΕισΝΑΚ, επαναφέροντας τους ισχυρισμούς τους, που είχαν διατυπώσει με την αγωγή τους και ζήτησαν να επικυρωθεί η κρίση αυτής, σχετικά με το ότι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του συζύγου και πατρός, αντίστοιχα, αλλά λόγω παράνομων υλικών ενεργειών και παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου, να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση ως προς τα κεφάλαια που προσβλήθηκε με την έφεση και να γίνει δεκτή εξ’ ολοκλήρου η αγωγή τους. Αντιθέτως, το Δημόσιο προέβαλε ότι δεν ήταν δυνατόν να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του, παρά μόνον σε περίπτωση διαπίστωσης παρανομίας ή κατ’ εφαρμογή ειδικής διάταξης νόμου που θεσμοθετούσε αντικειμενική, άνευ πταίσματος, ευθύνη του Δημοσίου. Περαιτέρω, αμφισβήτησε τον κρατικό σκοπό της επίδικης πτήσης, αλλά και την εν γένει θεμελίωση αγώγιμης αξίωσης στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος.

Το διοικητικό εφετείο δέχθηκε την έφεση του Δημοσίου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε περαιτέρω την αγωγή των εκκαλούντων-εφεσίβλητων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ και την απέρριψε, ενώ απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων-εφεσίβλητων δοθέντος ότι δεν διαπίστωσε παράνομη πράξη, παράλειψη, υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου.

Η κρίσιμη απόφαση του ΣτΕ το 2015

Το Ανώτατο Ακυρωτικό της χώρας, στην με αρ. 4415/2015 απόφασή του, κατόπιν αίτησης αναίρεσης των συγγενών του κυβερνήτη, αρχικά επανέλαβε την πάγια μείζονα πρόταση αναφορικά με την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, δυνάμει του οποίου μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, συμπλήρωσε δε την εν λόγω μείζονα πρόταση, καταλήγοντας ότι «ειδικώς σε περίπτωση αλληλοδιαδόχων ζημιογόνων συμπεριφορών, οι οποίες διακρίνονται από συνεκτική ενότητα, κάθε παράνομη και ακολούθως, ζημιογόνος συμπεριφορά, πρέπει να κρίνεται από τα δικαστήρια της ουσίας κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής όχι μόνον αυτοτελώς, αλλά και σωρευτικώς σε σχέση με τις λοιπές διαπιστωθείσες από τα δικαστήρια της ουσίας ζημιογόνες συμπεριφορές, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών αυτοτελώς ή σωρευτικώς και της επελθούσας ζημίας».

Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω, με την αναιρετική 4415/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι σχετική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου δεν ήταν νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, «διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εξέφερε κρίση κατά πόσον οι πλημμέλειες αυτές σωρευτικά εκτιμώμενες, ως αποτελούσες ένα ενιαίο σύνολο, ήταν ικανές και πρόσφορες, αντικειμενικά εξεταζόμενες και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλων περιστατικών – τα οποία υπό προϋποθέσεις μπορούσαν να οδηγήσουν σε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου – να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο, άλλωστε, πράγματι επέφεραν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά περιορίσθηκε σε αυτοτελή κρίση μιας εκάστης εξ αυτών των πλημμελειών». Με τις σκέψεις αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης των συγγενών του κυβερνήτη και ανέπεμψε την υπόθεση στο διοικητικό εφετείο για νέα κατ’ ουσίαν κρίση, προκειμένου να εξεταστεί εάν οι διαπιστωθείσες περισσότερες πλημμέλειες σωρευτικά εκτιμώμενες, ως αποτελούσες ένα ενιαίο σύνολο, ήταν ικανές και πρόσφορες, αντικειμενικά εξεταζόμενες και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλων περιστατικών να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο, άλλωστε πράγματι επέφεραν.

Ένας περιττός – ενδιάμεσος δικαστικός σταθμός

Με την 1357/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αφού κρίθηκε ότι μετά την ως άνω αναιρετική απόφαση επανήλθε για συζήτηση και κρίση μόνον η έφεση των ιδιωτών διαδίκων, απορρίφθηκε εκ νέου, κατά πλειοψηφία, η έφεση των συγγενών του κυβερνήτη, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των προβλεπόμενων προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του Δημοσίου. Ακολούθως, οι εκκαλούντες άσκησαν αίτηση αναίρεσης η οποία με την 2889/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτή, αναιρέθηκε η ανωτέρω 1357/2018 απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο για νέα κρίση. Σύμφωνα μάλιστα με το νεότερο σκεπτικό του ΣτΕ, μη ορθά «το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέστη από το κριθέν με την [4415/2015] αναιρετική απόφαση και αναγκαίο για τη διάγνωση της υπό κρίση υποθέσεως νομικό ζήτημα της συνδρομής ή όχι αιτιώδους συνδέσμου, κατά την έννοια του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, μεταξύ παράνομης ζημιογόνου συμπεριφοράς και επελθούσας ζημίας, στην περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, συρρέουν, σύμφωνα με τα κριθέντα με την ως άνω αναιρετική απόφαση, οι ως άνω περισσότερες της μιας αλληλοδιάδοχες ζημιογόνες συμπεριφορές, οι οποίες, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα μπορούσαν αντικειμενικά συνεκτιμώμενες ως ενιαίο σύνολο να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα».

Τίτλοι τέλους

Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας μετ’ αναίρεση την έφεση, δεσμευόμενο από την 4415/2015 αναιρετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε ότι οι τυπικές πλημμέλειες, όπως προέκυψαν από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, συνιστούν παράνομες πράξεις, που βαραίνουν τα όργανα του Δημοσίου. Μάλιστα, οι ίδιες (παράνομες) πράξεις, εξεταζόμενες ως ενιαίο σύνολο, ήταν αντικειμενικά ικανές και πρόσφορες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσουν την αδυναμία του πληρώματος να αντιδράσει αποτελεσματικά σε μια αιφνίδια βλάβη (απώλεια ενός από τα δυο υδραυλικά συστήματα ελέγχου πτήσης του ελικοπτέρου) και να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα των εκκαλούντων, ενώ δεν προκύπτει ότι μεσολάβησε περιστατικό ανωτέρας βίας που διέκοψε τον αιτιώδη αυτό σύνδεσμο, και, ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται ευθύνη του Δημοσίου.

Συμπερασματικά, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το δυστύχημα και τη φύση της παρανομίας, που συνίσταται στις τυπικές πλημμέλειες εξεταζόμενες ως ενιαίο σύνολο, καθώς και το γεγονός ότι ο θάνατος του κυβερνήτη επήλθε υπό ιδιαιτέρως τραγικές συνθήκες, το βαθμό συγγένειάς του με τους ενάγοντες (σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου), τη συναισθηματική σχέση που συνέδεε όλα τα παραπάνω πρόσωπα με το θανόντα και τη λύπη που τους προκάλεσε το αιφνίδιο γεγονός του θανάτου του, καθώς και την κοινωνική και οικονομική τους κατάσταση, έκρινε ότι πρέπει να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 250.000 ευρώ στη σύζυγο του θανόντος και το ποσό των 400.000 ευρώ στον υιό αντίστοιχα.

- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -

Πρόσφατες αναρτήσεις

- Διαφήμιση -