fbpx
Σάββατο, 2 Μαρτίου, 2024

Αναίρεση από τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης

Χρόνος ανάγνωσης 13 λεπτά
Χρόνος ανάγνωσης 13 λεπτά

Δείτε επίσης

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάσκων στο Φροντιστήριο ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Με την ΑΠ 393/2023 κρίνεται αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης των Τακτικών Δικαστών του Μ.Ο.Ε. για την χορήγηση αναστολής στον αιτούντα ο οποίος είχε καταδικαστεί σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης δέκα (10) ετών, για την αξιόποινη πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης (άρθρο 311 εδ. α’ του Π.Κ.), μέχρι την έκδοση απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της ασκηθείσας από τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) έφεσης. Ενδιαφέροντα θέματα η ερμηνεία του άρθρου 497 ΚΠΔ και το Δικαστήριο που αποφάσισε για την αίτηση αναστολής του αιτούντος (Τακτικών Δικαστών του Μ.Ο.Ε).

Σχετικές διατάξεις. Η διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζει ότι: “1. Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 368).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α’ του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ (Ν 4620/2019, Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο) ορίζει ότι: “Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507”, ενώ η διάταξη του άρθρου 507 του αυτού ως άνω ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 155 του Ν 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), ορίζει ότι: “Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν.”.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 137 και 548 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, οι ανέκκλητες αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, από δε τις αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, όσες είναι οριστικές, με την έννοια ότι το δικαστήριο αποφαίνεται τελειωτικά για την αθώωση, την καταδίκη, την οριστική παύση της ποινικής δίωξης και την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης.

Άλλες αποφάσεις των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν με τις παραπάνω και να επιτρέπεται και η κατ’ αυτών άσκηση αναίρεσης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 464 του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία “ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα”.

Ένδικα μέσα από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου όμως, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας του ενός (1) μηνός από τότε που αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στην περίπτωση κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 497 παρ. 7 του ΚΠΔ, χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση που ασκήθηκε κατά απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιόν του, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης (ΑΠ 277/2022).

Ένδικη υπόθεση. Στην προκείμενη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευδοκίας Πούλου, για αναίρεση της υπ’ αρ. 463/4-7-2022 απόφασης του Δικαστηρίου των Τακτικών Μελών του Β’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου (Μ.Ο.Ε.) Αθηνών, που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 21-7-2022, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αρ. 504/5-9-2022 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της υπ’ αρ. 612/3-5-2022 απόφασης του Β’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου (Μ.Ο.Ε.) Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσίβλητο, Α. Χ. του Κ. και της Π., κάτοικο …, κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, μέχρι την έκδοση απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της ασκηθείς από τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) έφεσης κατά της ανωτέρω καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, με τους περιοριστικούς όρους: α) της απαγόρευσης εξόδου του από την χώρα και β) της υποχρέωσης εμφάνισής του, το πρώτο πενθήμερο κάθε μηνός, στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου εργασίας του.

Ερμηνεία του άρθρου 497 ΚΠΔ. Οι διατάξεις του άρθρου 497 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, που κυρώθηκε με το Ν 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 151 του Ν 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), ορίζουν ότι: “1. Ανασταλτικό αποτέλεσμα έχει μόνο η έφεση που ασκείται παραδεκτά και όχι η προθεσμία για την άσκησή της. (…) 4. Αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, η κρίση για το αν η έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ανήκει στο δικαστήριο που δίκασε. Αυτό, με ειδική αιτιολογία και εφαρμόζοντας τα κριτήρια της παρ. 8, αποφασίζει αμέσως μετά την απαγγελία της απόφασης, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από δήλωση του κατηγορουμένου ότι θα ασκήσει έφεση. 5. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει την ανασταλτική δύναμη της έφεσης από την επιβολή περιοριστικών όρων. Αν επιβληθεί ο περιοριστικός όρος της εγγυοδοσίας, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 295. 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και όταν ασκήθηκε έφεση από τον εισαγγελέα υπέρ εκείνου που καταδικάστηκε. 7. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε ποινή στερητική της ελευθερίας και άσκησε παραδεκτά έφεση, η οποία όμως δεν έχει ανασταλτική δύναμη, μπορεί να ζητηθεί με αίτηση του ίδιου ή του εισαγγελέα η αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η αίτηση, υποβαλλόμενη με συνημμένο αντίγραφο της πρωτοβάθμιας απόφασης ή απόσπασμά της συνοδευόμενο από το εισαγωγικό της κατηγορίας έγγραφο απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αν πρόκειται για το μικτό ορκωτό εφετείο και αυτό δεν συνεδριάζει, στο πενταμελές εφετείο. Η ως άνω δυνατότητα υφίσταται και σε περίπτωση αναβολής της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οπότε η σχετική αίτηση καταχωρίζεται στα πρακτικά. Αν η αίτηση απορριφθεί, νέα αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί πριν παρέλθουν δύο μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η προηγούμενη. Αν στον κατηγορούμενο επιβληθεί ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση, εφαρμόζονται αντίστοιχα και τα οριζόμενα στα άρθρα 284 και 285, με εξαίρεση την παρ. 1 του τελευταίου άρθρου. 8. Τότε μόνο δεν χορηγείται ανασταλτικό αποτέλεσμα κατά την παρ. 4 στην έφεση ή απορρίπτεται η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, όταν κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν και ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή και μόνιμη διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες καταδίκες του για αξιόποινες πράξεις ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση χορηγεί ανασταλτικό αποτέλεσμα ή αναστολή εκτέλεσης, αν αιτιολογημένα κρίνει ότι η άμεση έκτιση ή συνέχιση έκτισης της ποινής θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο ή για την οικογένειά του. Αν παραβιαστούν οι όροι που τέθηκαν το αρμόδιο δικαστήριο αποφαίνεται, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, για την άρση ή όχι της χορηγηθείσας αναστολής εκτέλεσης. 9. Ο κατηγορούμενος κλητεύεται, σύμφωνα με τα άρθρα 155 έως 162 και 166, στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο κατά την παρ. 7 αυτού του άρθρου. Αν κρατείται μακριά από την έδρα του δικαστηρίου, δεν προσάγεται σε αυτό. 10. Για όλες τις παρεπόμενες στερήσεις δικαιωμάτων, εκπτώσεις και ανικανότητες, το ανασταλτικό αποτέλεσμα επέρχεται πάντοτε αυτοδικαίως.”.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες είναι παρόμοιες με εκείνες του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΚΠΔ, όπως είχαν τροποποιηθεί με τον Ν 3904/2010, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της εισηγητικής έκθεσης του νόμου αυτού (3904/2010), συνάγεται ότι με την ριζική αναμόρφωση του συγκεκριμένου άρθρου, επιδιώχθηκε η κάμψη της διαπιστωθείσας κατά το παρελθόν αυστηρότητας που επέδειξαν τα δικαστήρια της ουσίας, τόσο ως προς τη χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος σε περίπτωση άσκησης έφεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης όσο και ως προς την αναστολή εκτέλεσης της τελευταίας αυτής απόφασης, μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί της ασκηθείσας σχετικής έφεσης. Η αρνητική αυτή τάση των δικαστηρίων, εκτός των αφόρητων συνεπειών της γι’ αυτόν που καταδικάστηκε πρωτόδικα, αντιστρατεύεται και το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο συνάπτεται με το δικαίωμά του η υπόθεσή του να επανεξεταστεί από ανώτερο δικαστήριο. Με την προαναφερόμενη νομοθετική παρέμβαση αμβλύνθηκαν, τόσο οι τυπικές όσο και οι ουσιαστικές, προϋποθέσεις, οι οποίες έπρεπε να συντρέχουν, κατά την προϊσχύουσα μορφή του ως άνω άρθρου, προκειμένου να χορηγηθεί ανασταλτικό αποτέλεσμα στην ασκούμενη έφεση ή αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, μετά την άσκηση έφεσης από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ή υπέρ αυτού.

Περαιτέρω, όπως έχει η διάταξη της παραγράφου 8 του εν λόγω άρθρου (497 του ΚΠΔ), το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης και η αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης αποτελούν τον κανόνα, πλην, όμως, η χορήγησή τους αποκλείεται, αν κριθεί ότι συντρέχουν οι περιοριστικά αναφερόμενοι στη συγκεκριμένη διάταξη λόγοι.

Ειδικότερα, δεν χορηγείται ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση, κατά της πρωτόδικης απόφασης:

όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή και μόνιμη διαμονή στη χώρα

ή έχει προβεί σε προπαρασκευαστικές για τη φυγή του ενέργειες

ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος

ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής

ή αν κριθεί ότι, σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό, ενόψει προηγούμενων καταδικών του για αξιόποινες πράξεις, ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, να τελέσει και άλλα εγκλήματα.

Επίσης, ανασταλτικό αποτέλεσμα ή αναστολή εκτέλεσης χορηγείται σε κάθε περίπτωση, όταν κριθεί αιτιολογημένα ότι η άμεση έκτιση ή συνέχιση έκτισης της ποινής θα επιφέρει υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη στον κατηγορούμενο ή στην οικογένειά του.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς το σκοπό της διόρθωσης τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά οποιασδήποτε απόφασης και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, δεν αφορά δε μόνον την κύρια απόφαση, δηλαδή την επί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται ανεξαιρέτως σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο των Τακτικών Μελών του Β’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου (Μ.Ο.Ε.) Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αρ. 463/4-7-2022 απόφασή του, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αρ. 504/5-9-2022 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, δέχθηκε την απευθυνόμενη ενώπιόν του από 20-6-2022 υπ’ αρ. πρωτ. 8025/22-6-2022 αίτηση του αναιρεσίβλητου, Α. Χ. του Κ., και διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της υπ’ αρ. 612/3-5-2022 απόφασης του Β’ Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (Μ.Ο.Δ.) Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τον τελευταίο (αναιρεσίβλητο – αιτούντα), σύμφωνα με τις οποίες αυτός καταδικάστηκε σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης δέκα (10) ετών, για την αξιόποινη πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης (άρθρο 311 εδ. α’ του Π.Κ.), μέχρι την έκδοση απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της ασκηθείσας από τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) έφεσης κατά της ανωτέρω καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, με τους περιοριστικούς όρους: α) της απαγόρευσης εξόδου του από την χώρα και β) της υποχρέωσης εμφάνισής του, το πρώτο πενθήμερο κάθε μηνός, στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου εργασίας του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ειδικότερα δε από το αιτιολογικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (μετά την πρόταξη νομικής σκέψης σχετικής με την ερμηνεία του άρθρου 497 του ΚΠΔ), ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερόμενων στα ίδια ως άνω πρακτικά αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου στο ακροατήριο και αναγνωσθέντα έγγραφα), ότι προέκυψαν, κατά πιστή μεταφορά, διατηρουμένης της ορθογραφίας, σύνταξης και στίξης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Ο αιτών Α. Χ. με την απόφαση 612/2022 του Β’ Μ.Ο.Δ. Αθηνών καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα (10) ετών, για θανατηφόρο σωματική βλάβη (άρθρο 311 περ. α Π.Κ.) σε βάρος του Ζ. Κ., χωρίς να του χορηγηθεί ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση. Αυθημερόν, άσκησε κατά της απόφασης αυτής την υπ’ αριθμόν, 58/3.5.2022 έφεση ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Ο αιτών έχει λευκό ποινικό μητρώο, γνωστή και μόνιμη διαμονή στη χώρα (…), ασκεί το επάγγελμα του μεσίτη και είναι παντρεμένος με δύο ενήλικα τέκνα. Η σύζυγός του, ηλικίας 58 ετών, είναι άνεργη και ασχολείται με τη φροντίδα του τετραπληγικού αδελφού της Δ. Β., του οποίου ο αιτών έχει επωμισθεί τη δαπάνη για την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη και τη διαβίωσή του, ενώ επίσης συνδράμει και τον υπέργηρο πεθερό του που διαβιώνει με την οικογένεια. Μετά τον εγκλεισμό του αιτούντος στις δικαστικές φυλακές Χαλκίδας, κατέστη αδύνατη η ολοκλήρωση των μεσιτικών εργασιών που είχε αναλάβει και με δεδομένο ότι είναι το μόνο οικονομικά ενεργό μέλος της οικογένειας, η συνέχιση έκτισης της ποινής του θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο και την οικογένειά του. Ο αιτών ουδέποτε υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος, τήρησε απαρέγκλιτα τους περιοριστικούς όρους που του είχαν επιβληθεί στο στάδιο της κύριας ανάκρισης και κατά το χρονικό διάστημα της κράτησής του στις φυλακές Χαλκίδας επιδεικνύει καλή διαγωγή και δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Περαιτέρω, από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος (σωματική βλάβη εκ προθέσεως, εκ της οποίας επήλθε θάνατος εξ αμελείας) του άρθρου 311 περ. α Π.Κ., δεν μπορεί να συναχθεί ότι αν ο αιτών αφεθεί ελεύθερος θα διαπράξει και άλλες αξιόποινες πράξεις. Ενόψει των προαναφερθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα, ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επ’ αυτής, υπό τους περιοριστικούς όρους: α) της απαγόρευσης εξόδου του από την χώρα και β) της υποχρέωσης εμφάνισής του, το 1ο πενθήμερο εκάστου μηνός στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου εργασίας του (Α.Τ. Εξαρχείων), οι οποίοι αρκούν για την εξασφάλιση της εμφάνισής του στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου”.

Ακολούθως, το Δικαστήριο των Τακτικών Μελών του Β’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου (Μ.Ο.Ε.) Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της υπ’ αρ. 612/3-5-2022 απόφασης του Β’ Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (Μ.Ο.Δ.) Αθηνών [έχοντας προς τούτο αρμοδιότητα (άρθρα 405 παρ. 1 περ. στ’ και 497 παρ. 7 του ΚΠΔ)], ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσίβλητο, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, ο τελευταίος καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, για την αξιόποινη πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης (άρθρο 311 εδ. α’ του Π.Κ.), μέχρι την έκδοση απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί της ασκηθείσας από τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) έφεσης κατά της ανωτέρω καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, με τους περιοριστικούς όρους: α) της απαγόρευσης εξόδου του από την Χώρα και β) της υποχρέωσης εμφάνισής του το πρώτο πενθήμερο κάθε μηνός στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου εργασίας του. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας [Δικαστήριο των Τακτικών Μελών του Β’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου (Μ.Ο.Ε.) Αθηνών] διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως η έννοιά της εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λαμβανομένου υπόψη ότι αναφέρονται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της προαναφερθείσας υπ’ αρ. 612/3-5-2022 απόφασης του Β’ Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (Μ.Ο.Δ.) Αθηνών, ως προς τις διατάξεις που αφορούν τον αναιρεσίβλητο, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης που νομότυπα και εμπρόθεσμα άσκησε εναντίον της, υπό τους προαναφερθέντες περιοριστικούς όρους. Απορρίπτει αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου.

- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -

Πρόσφατες αναρτήσεις

- Διαφήμιση -