fbpx
Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου, 2024

Η χρονική διάρκεια της αναστολής κατ’ άρθρο 99 ΠΚ

Χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά
Χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά

Δείτε επίσης

Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάσκων στο Φροντιστήριο ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Με την ΑΠ 87/2023 κρίθηκε η δυνατότητα του δικαστηρίου να αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής για χρονικό διάστημα από ένα έως τρία χρόνια. Η κρίση του δικαστηρίου για το χρονικό διάστημα της αναστολής είναι κυριαρχική και αφενός μεν δεν υποχρεούται να απαντήσει σε σχετικό αίτημα για τον χρόνο αναστολής, αφετέρου δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη χρονική διάρκεια της αναστολής.

Διαχρονικό δίκαιο του άρθρου 99 ΠΚ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του ισχύσαντος έως 30-6-2019 ΠΚ «αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής».

Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του ΠΚ, που ίσχυσε έως 12-11-2021 όριζε ότι «αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή».

Τέλος η παράγραφος 1 του άρθρου 99 του ΠΚ τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 9 του Ν 4855/12-11-2021, η οποία ορίζει τα ακόλουθα: «αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη. Αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104 Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε (5) έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεσης της απόλυτης αναγκαιότητα εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία τη χορηγεί καθίσταται εκτελεστή».

Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο νόμος δεν θέτει κριτήρια, με βάση τα οποία πρέπει να καθορίζεται ο χρόνος της αναστολής της ποινής, ο οποίος, πάντως, δεν πρέπει να είναι μικρότερος από τη διάρκεια της ποινής.

Το Δικαστήριο, λοιπόν, προσδιορίζει κυριαρχικώς το διάστημα της αναστολής, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει, ως προς την έκταση του διαστήματος αυτού, ειδική αιτιολογία.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αν αποφασίσει άλλως από το υποβληθέν, σχετικά με το διάστημα της αναστολής, από τον κατηγορούμενο αίτημα, η παράλειψη αυτή δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή (ΑΠ 370 /2015).

Ένδικη υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου – αναιρεσείοντος υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς το αίτημα περί αναστολής της ποινής για χρονικό διάστημα ενός έτους, πλην όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέστειλε την επιβληθείσα ποινή για τρία χρόνια χωρίς αιτιολογία. Με βάση τα προαναφερθέντα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προσδιόρισε κυριαρχικώς το διάστημα της αναστολής, για χρονικό διάστημα τριών ετών χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει, ως προς την έκταση του διαστήματος αυτού, ειδική αιτιολογία και κατά συνέπεια ο λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος της ως προς τη διάρκεια του χρόνου αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση που στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.

- Διαφήμιση -spot_imgspot_img

Πρόσφατες αναρτήσεις

- Θέση για διαφήμιση -spot_img