fbpx
Σάββατο, 2 Μαρτίου, 2024

Άρθρο του Υπ. Δικαιοσύνης στο NB Daily: H αξία του Νέου Δικαστικού Χάρτη

Το σχέδιο της ελληνικής Κυβέρνησης για τη Δικαιοσύνη αρθρώνεται σε τέσσερις άξονες

Χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά
Χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά

Δείτε επίσης

Σε εποχή πρωτόγνωρων ανακατατάξεων και κινδύνων, το ελληνικό κράτος χρειάζεται βαθιές μεταρρυθμίσεις για ν’ ανταπεξέλθει στις νέες μεγάλες προκλήσεις των καιρών. Ειδικά η ελληνική Δικαιοσύνη οφείλει στον εαυτό της, στη χώρα αλλά και στους πολίτες, να προχωρήσει σε θεσμικές και λειτουργικές αλλαγές προκειμένου ν’ ανταποκριθεί στην σημαντική αποστολή της.

Η ελληνική κυβέρνηση, συναισθανόμενη τις απαιτήσεις στο χώρο της Δικαιοσύνης, έγκαιρα προγραμμάτισε και υλοποιεί μεταρρυθμιστικό σχέδιο, που αρθρώνεται σε τέσσερις άξονες: 1. Νομοθετικές αλλαγές μέσα από τις τροποποιήσεις των Κωδίκων 2. Διαρκής επέκταση και ανάπτυξη της Ψηφιακής Δικαιοσύνης 3. Ενίσχυση και ανανέωση των κτιριακών και υλικοτεχνικών υποδομών των Δικαστηρίων 4. Αναμόρφωση του Δικαστικού Χάρτη με την ορθολογική αξιολόγηση, κατανομή και λειτουργία του δικαστικού προσωπικού και των δικαστηρίων της χώρας.

Ειδικά, ο Νέος Δικαστικός Χάρτης θ’ αποτελέσει το επίκεντρο των μεταρρυθμίσεων, διότι ο εκσυγχρονισμός της δικαστικής δομής και η ενίσχυση της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων, θ’ αναβαθμίσουν το επίπεδο και την ταχύτητα των δικαστικών αποφάσεων. Το κλειδί στην αποδοτικότητα της δικαιοσύνης σήμερα, βρίσκεται στα χέρια όσων την λειτουργούν και εν προκειμένω των δικαστών. Η πολιτεία υποχρεούται να εξασφαλίσει τις θεσμικές και οικονομικές προϋποθέσεις ώστε οι φορείς απονομής του δικαίου να λειτουργήσουν απερίσπαστα και αποδοτικά.

Το Υπουργείο προτείνει την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας των πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων, με την αναβάθμιση των Ειρηνοδικών σε Πρωτοδίκες.

Τα εγχειρήματα αναμόρφωσης του Δικαστικού Χάρτη στην Ελλάδα έχουν μακρά ιστορία. Μεταπολιτευτικά, τελευταία αξιόλογη μεταρρυθμιστική προσπάθεια αποτέλεσε η σύνταξη του από 22.04.1999 νομοσχεδίου για την «Ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας των πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων». Ωστόσο, παρά το προχωρημένο των συζητήσεων για θετική έκβαση, το εγχείρημα ακυρώθηκε.

Το υπουργείο μελετώντας συνολικά τα δεδομένα του δικαστικού συστήματος, εκτιμά ότι το κρίσιμο σημείο σήμερα για την αποτελεσματικότητα των ελληνικών δικαστηρίων, είναι η επαναφορά της ριζικής τομής που οργάνωνε το προαναφερθέν εγχείρημα. Γι’ αυτό προτείνει την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας των πολιτικών και ποινικών Δικαστηρίων, με την αναβάθμιση των Ειρηνοδικών σε Πρωτοδίκες.

Είναι εύλογο ότι η αναβάθμιση του 1/3 του δικαστικού σώματος, από ειρηνοδίκες σε πρωτοδίκες, παρέχει την δυνατότητα σε όλους να δικάσουν το σύνολο των πρωτοβάθμιων υποθέσεων, με αποτέλεσμα ν’ επιταχυνθεί αποφασιστικά η έκδοση των δικαστικών αποφάσεων. Αυτό είναι το κλειδί που διευκολύνει το δικαστικό έργο και όχι απλώς οι κατά καιρούς προτεινόμενες καταργήσεις ή συγχωνεύσεις δικαστηρίων. Μόνο ως παράγωγο αποτέλεσμα της δομικής αλλαγής της ενοποίησης του πρώτου βαθμού, θα προκύψει και ο λελογισμένος περιορισμός των δικαστηρίων με την ορθολογική κατανομή ανθρωπίνων και υλικών πόρων για την αποδοτικότερη λειτουργία τους. Ειδικότερα, αν δούμε, την κατανομή των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών στην Ελλάδα, θα διαπιστώσουμε ότι στον πρώτο βαθμό υπηρετούν 962 Ειρηνοδίκες, 866 Πρωτοδίκες (συμπεριλαμβανομένων των Παρέδρων) και 301 Πρόεδροι Πρωτοδικών.

Από τους 962 Ειρηνοδίκες, περίπου 100 ασκούν αποκλειστικά καθήκοντα πταισματοδίκη, εκτελώντας εισαγγελικές παραγγελίες κατά το στάδιο της προδικασίας (και δη προανάκρισης ή προκαταρτικής εξέτασης), ενώ οι υπόλοιποι, οι οποίοι ασκούν αμιγώς καθήκοντα ειρηνοδίκη, δικάζουν τις πολιτικές υποθέσεις αρμοδιότητας ειρηνοδικείου, δηλαδή, κυρίως υποθέσεις με οικονομικό αντικείμενο μέχρι 20 χιλιάδες ευρώ και υποθέσεις εκούσιας
δικαιοδοσίας.

Οι Ειρηνοδίκες σήμερα εκδικάζουν μόνο το 1/3 της πρωτοβάθμιας δικαστικής ύλης.

Από την άλλη πλευρά, οι υπόλοιποι δικαστές πρώτου βαθμού, Πάρεδροι, Πρωτοδίκες και Πρόεδροι Πρωτοδικών δικάζουν τις πολιτικές υποθέσεις αρμοδιότητας πρωτοδικείου, δηλαδή όλες τις υποθέσεις άνω των 20 χιλιάδων ευρώ, καθώς και σε πρώτο βαθμό όλες τις ποινικές υποθέσεις, ενώ, τέλος, ενεργούν και στην προδικασία, εκτελώντας χρέη ανακριτών ή μελών δικαστικών συμβουλίων.

Συμπερασματικά προκύπτει ότι οι Ειρηνοδίκες, παρότι αποτελούν σχεδόν το ήμισυ των δικαστών του πρώτου βαθμού, σήμερα εκδικάζουν μόνο το 1/3 της πρωτοβάθμιας δικαστικής ύλης. Μεταξύ άλλων δεν δικάζουν ποινικές υποθέσεις, είτε το κάνουν περιστασιακά, όταν ειρηνοδίκης ορίζεται ως μέλος τριμελούς συνθέσεως σε ορισμένα επαρχιακά δικαστήρια για την συμπλήρωση της σύνθεσης. Είναι, επομένως, αναγκαίο να γίνει εξορθολογισμός στην κατανομή της δικαστικής ύλης στον πρώτο βαθμό, ώστε αφενός να αυξηθεί το οικονομικό αντικείμενο των πολιτικών υποθέσεων που δύνανται οι ειρηνοδίκες, ως πρωτοδίκες πλέον, να δικάζουν, αφετέρου, μετά από κατάλληλη επιμόρφωση τους, να έχουν ισότιμη συμμετοχή στην ποινική διαδικασία (προδικασία και κύρια διαδικασία), πράγμα που προδήλως θα έχει θετική επίδραση στην ταχύτητα της δικαιοσύνης.

Πιστεύουμε ανεπιφύλακτα, ότι η πρόταση της ενοποίησης, συγκέντρωσης και αξιοποίησης των δικαστών του α’ βαθμού, που θεραπεύει την ξεπερασμένη πλέον διάκριση ειρηνοδίκη-πρωτοδίκη και η ορθολογική αναδιάρθρωση των δικαστηρίων που θα προκύψει, δημιουργούν την κρίσιμη μάζα αλλαγών για την αύξηση του ρυθμού απονομής της δικαιοσύνης. Τέλος, προσβλέπουμε αυτονόητα στην εποικοδομητική συζήτηση και προωθητική συνεργασία όλων των εμπλεκομένων εταίρων για την διαμόρφωση του Νέου Δικαστικού Χάρτη της Χώρας, που θα οδηγήσει την ελληνική Δικαιοσύνη στον 21ο αιώνα.

- Διαφήμιση -

- Διαφήμιση -

Πρόσφατες αναρτήσεις

- Διαφήμιση -